Γιατί μια κατάσταση που θεωρείται «απλά σωματική» έχει βαθύ ψυχολογικό αντίκτυπο, και γιατί δύο διαδεδομένοι μύθοι πρέπει επιτέλους να σπάσουν.
Οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις είναι μια από τις πιο συχνές, και ταυτόχρονα πιο σιωπηλές, καταστάσεις υγείας. Σιωπηλές, γιατί σπάνια συζητιούνται ανοιχτά, παρότι επηρεάζουν βαθιά την καθημερινότητα, τις σχέσεις και την ψυχική υγεία όσων τις βιώνουν. Πολύ συχνά, το ψυχολογικό βάρος μιας τέτοιας κατάστασης παραμένει αόρατο, καθώς η ιατρική τείνει να την αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως σωματικό ζήτημα.
Τι είναι οι υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις
Πρόκειται για λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος που επανεμφανίζονται: κλινικά, συνήθως δύο ή περισσότερα επεισόδια σε έξι μήνες, ή τρία και πάνω μέσα σε έναν χρόνο. Τα συμπτώματα (καύσος, συχνοουρία, δυσφορία) είναι γνωστά σε πολλούς, όμως αυτό που λιγότερο συζητιέται είναι η εξάντληση, σωματική και ψυχική, που φέρνει η επανάληψη. Δεν μιλάμε για ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά για έναν κύκλο που μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την ποιότητα ζωής.
Πώς επηρεάζουν την ψυχική μας υγεία
Μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες που βιώνουν υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις τείνουν να εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα άγχους, σε αρκετές έρευνες, σχεδόν οι μισές αναφέρουν κάποιου βαθμού άγχος, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό εμφανίζει και συμπτώματα κατάθλιψης, με την ένταση να σχετίζεται συχνά με το πόσο συχνά επαναλαμβάνονται τα επεισόδια.
Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη. Πολλοί άνθρωποι αρχίζουν να ζουν με μόνιμη αβεβαιότητα, φόβο για το επόμενο επεισόδιο, και σκέψεις όπως «κι αν συμβεί στη δουλειά;» ή «κι αν χαλάσω μια έξοδο;». Είναι σαν να προσπαθεί κανείς διαρκώς να προβλέψει κάτι που δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως. Με τον καιρό, αυτή η επαγρύπνηση μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο άγχος, χαμηλή διάθεση και κοινωνική απόσυρση.
Συμπτώματα, όπως η αυξημένη συχνότητα ή η επιτακτική ανάγκη ούρησης, μπορούν να προκαλέσουν έντονο άγχος και να διαταράξουν τον ύπνο, οδηγώντας σε επίμονη κόπωση. Σε μελέτες για την καθημερινή εμπειρία γυναικών με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, οι συμμετέχουσες περιέγραψαν και ευρύτερες επιπτώσεις: άδειες από τη δουλειά με οικονομικό και κοινωνικό κόστος, και απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες πέρα από την εργασία ή τη φροντίδα των παιδιών. Φαίνεται λοιπόν μία κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει πολλές πτυχές της ζωής.
Ο φαύλος κύκλος
Υπάρχει και μια αντίστροφη κατεύθυνση σε αυτή τη σχέση: όταν είμαστε αγχωμένοι ή ψυχικά εξαντλημένοι, κοιμόμαστε χειρότερα, ο οργανισμός βρίσκεται σε αυξημένη εγρήγορση και γινόμαστε πιο ευάλωτοι σε κάθε ενόχληση από το σώμα μας. Σημαντική διευκρίνιση εδώ: το στρες δεν «προκαλεί» τη λοίμωξη, αυτό είναι μύθος που δημιουργεί άδικες ενοχές, μπορεί όμως να λειτουργήσει ως επιβαρυντικός παράγοντας, επηρεάζοντας το ανοσοποιητικό και την ένταση στο σώμα.
Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: εμφανίζεται το σύμπτωμα, ενεργοποιούνται ανησυχητικές σκέψεις (πάλι τα ίδια), αυξάνεται το στρες, η προσοχή μας εστιάζει ολοένα και περισσότερο στο σώμα, και η δυσφορία βιώνεται πιο έντονα, κάτι που επιβεβαιώνει την αρχική ανησυχία και τροφοδοτεί τον κύκλο ξανά. Όσο περισσότερο «σκανάρουμε» το σώμα μας αναζητώντας το σύμπτωμα, τόσο μεγαλύτερο χώρο καταλαμβάνει στην εμπειρία μας.
Η επίδραση στις σχέσεις μας
Οι επαναλαμβανόμενες υποτροπές δεν επηρεάζουν μόνο το άτομο που τις βιώνει, αλλά και τις σχέσεις του. Η ακύρωση σχεδίων, η δυσκολία να εξηγήσει κανείς τι νιώθει χωρίς ντροπή, η πιθανή έλλειψη κατανόησης από το περιβάλλον («πάλι;») μπορούν να δημιουργήσουν αίσθημα απομόνωσης. Ιδιαίτερα ευαίσθητο είναι το κομμάτι της οικειότητας: το άγχος πριν ή μετά τη σεξουαλική επαφή, από φόβο πυροδότησης συμπτωμάτων, μπορεί να οδηγήσει σε αποφυγή, όχι από έλλειψη επιθυμίας αλλά από φόβο, με επίπτωση στην αυτοπεποίθηση και τη σχέση με τον εαυτό ή τον/τη σύντροφο.
Δύο μύθοι που πρέπει επιτέλους να σπάσουν
Ο πρώτος μύθος είναι ότι οι συχνές ουρολοιμώξεις οφείλονται σε «κακή υγιεινή». Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική: ανατομικοί και βιολογικοί παράγοντες παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο, και η υπερβολική «υγιεινή» μπορεί μάλιστα να διαταράξει τη φυσική χλωρίδα και να επιδεινώσει την κατάσταση.
Ο δεύτερος μύθος αφορά τη σεξουαλική επαφή. Η εμφάνιση συμπτωμάτων μετά το σεξ έχει απλή βιολογική εξήγηση, δεν σημαίνει «κακή» πράξη, ούτε ότι το σεξ είναι «το πρόβλημα». Η ενοχή γύρω από αυτό είναι, θα έλεγε κανείς, το χειρότερο «σύμπτωμα»: δεν βοηθάει πουθενά, μόνο επιβαρύνει. Το στίγμα γύρω από τα ουρογεννητικά θέματα οδηγεί συχνά σε σιωπή, και η σιωπή τροφοδοτεί ακριβώς τον φαύλο κύκλο που περιγράψαμε παραπάνω.
Σε ένα επόμενο άρθρο θα δούμε αναλυτικά τι βοηθά ψυχολογικά: από συγκεκριμένες γνωστικές παγίδες που ενισχύουν το άγχος, μέχρι το πώς μπορούμε να επικοινωνήσουμε πιο αποτελεσματικά με τον ειδικό υγείας μας.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Bermingham, S. L., & Ashe, J. F. (2012). Systematic review of the impact of urinary tract infections on health-related quality of life. BJU International, 110(11 Pt C), E830–E836.
Ennis, S. S., Guo, H., Raman, L., Tambyah, P. A., Chen, S. L., & Tiong, H. Y. (2018). Premenopausal women with recurrent urinary tract infections have lower quality of life. International Journal of Urology, 25(7), 684–689.
Foxman, B. (2010). The epidemiology of urinary tract infection. Nature Reviews Urology, 7(12), 653–660.
Foxman, B. (2014). Urinary tract infection syndromes: Occurrence, recurrence, bacteriology, risk factors, and disease burden. Infectious Disease Clinics of North America, 28(1), 1–13.
Hooton, T. M. (2001). Recurrent urinary tract infection in women. International Journal of Antimicrobial Agents, 17(4), 259–268.
Naber, K. G., Tirán-Saucedo, J., Wagenlehner, F. M. E., & RECAP group. (2022). Psychosocial burden of recurrent uncomplicated urinary tract infections. GMS Infectious Diseases, 10, Doc01.